ΔÏο από τα πιο κοινά Ï€Ïοβλήματα με τον εμμηνοÏÏοϊκό κÏκλο είναι η δυσμηνόÏÏοια και η αμηνόÏÏοια. Η δυσμηνόÏÏοια αναφÎÏεται στην επώδυνη εμμηνοÏÏυσία. Το ποιο κοινό σÏμπτωμα είναι οι κÏάμπες, αλλά μεÏικÎÏ‚ γυναίκες βιώνουν επίσης ναυτία, πονοκεφάλους, διάÏÏοια, ζαλάδα, ευεÏεθιστότητα, αποπÏοσανατολισμό και κοÏÏαση. Η Ï€ÏωτεÏουσα δυσμηνόÏÏοια διαγιγνώσκεται όταν το σώμα παÏάγει υπεÏβολικά πολλÎÏ‚ Ï€Ïοσταγλανδίνες, χημικÎÏ‚ ουσίες που Ï€ÏοκαλοÏν Ï€Î¿Î»Ï Îντονες συσπάσεις της μήτÏας. Η δευτεÏεÏουσα δυσμηνόÏÏοια διαγιγνώσκεται όταν μία Ï€ÏοϋπάÏχουσα ιατÏική κατάσταση δημιουÏγεί επώδυνη πεÏίοδο. Ίσως η πιο κοινή αιτία δευτεÏεÏουσας δυσμηνόÏÏοιας είναι η ενδομητÏίωση, μία κατάσταση στην οποία μία γυναίκα Îχει ενδομητÏιακά κÏτταÏα Îξω από τη μήτÏα της, συχνά στις ωοθήκες ή στις σάλπιγγες. Αυτά τα κÏτταÏα αποκÏίνονται με τον ίδιο Ï„Ïόπο όπως τα ενδομητÏιακά κÏτταÏα εντός της μήτÏας (δηλ. αυξάνονται και αποκολλώνται κατά τη διάÏκεια του εμμηνοÏÏÎ¿ÏŠÎºÎ¿Ï ÎºÏκλου). Αν δε θεÏαπευτεί, η ενδομητÏίωση μποÏεί να Ï€ÏοκαλÎσει μόνιμες βλάβες στις αναπαÏαγωγικÎÏ‚ δομÎÏ‚, καταλήγοντας σε στειÏότητα.
Η αμηνόÏÏοια συμβαίνει όταν η εμμηνοÏÏυσία απουσιάζει και μποÏεί να πάÏει δÏο μοÏφÎÏ‚. Η Ï€ÏωτεÏουσα αμηνόÏÏοια υπάÏχει όταν Îνα Îφηβο κοÏίτσι δεν Îχει βιώσει εμμηνοÏÏυσία μÎχÏι την ηλικία των 16 ετών, συχνά εξαιτίας μιας συγγενοÏÏ‚ δυσμοÏφίας της μήτÏας, μία ανισοÏÏοπία οÏμονών, ή ως αποτÎλεσμα μεσοφυλίας (όταν δηλ Îνα άτομο γεννιÎται με διφοÏοÏμενα γεννητικά ÏŒÏγανα, μία κατάσταση που μÎχÏι Ï€Ïόσφατα ονομαζόταν εÏμαφÏοδιτισμός). Η δευτεÏεÏουσα αμηνόÏÏοια συμβαίνει όταν μία γυναίκα που Îχει ήδη βιώσει τουλάχιστον μία πεÏίοδο εκδηλώσει μία διακοπή στον εμμηνοÏÏοϊκό της κÏκλο. Αυτό το είδος της αμηνόÏÏοιας συμβαίνει φυσικά στην εγκυμοσÏνη, αλλά είναι επίσης φυσιολογική Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Ï„Ï‰Î½ γυναικών που Îχουν Ï€Ïόσφατα σταματήσει τη λήψη αντισυλληπτικών χαπιών και Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Ï„Ï‰Î½ μεγαλÏτεÏων γυναικών που πλησιάζουν την εμμηνόπαυση. Η αμηνόÏÏοια είναι επίσης συνηθισμÎνη Î¼ÎµÏ„Î±Î¾Ï Î±Î¸Î»Î·Ï„Ïιών καθώς και κοÏιτσιών που Îχουν νευÏική ανοÏεξία.

